Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

Τζίμης Πανούσης-Χωρίς Τίτλο

Τι Μπετόβεν και μαλακίες, σαν το μουνί δεν είναι τίποτα.

Tζίμης Πανούσης-Εμπρός για μια Ελλάδα Αρχαία!

Όμιλος ομιλούντων μήλων υπό τον Μιλόσεβιτς και την άμυλα του Μιλάνου, 
έσιαξε στο μιλητό μπίζνα απαράμιλλη, μιλιταριστική.
Αλυσίδα χωματερών στο Κοσσυφοπέδιο, με προοπτική να κατέβει μέχρι τη 
θάλασσα. Ανθρώπινα φρούτα θα θάβονται στον βωμό του υπερπληθυσμού, αλλά 
είναι κρίμα να την πληρώσουμε εμείς την νύφη του Θερμαϊκού, αφού είμεθα ο 
μοναδικός λαός που δεν γεννάει. Ο Έλληνας το έχει πιάσει το νόημα και 
ούτε αυξάνεται, ούτε πληθύνεται. Απλά, η φυλή συρρικνώνεται σταδιακά, 
αυτοκτονώντας με ποιητική μεγαλοσύνη, μη δυνάμενη να αντιμετωπίσει την 
επέλαση των βαρβάρων.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

Γεωργίος Σαρακενίδης-Πόντος έν, άστρον φωτεινόν

Πόντος!, έν’ άστρον φωτεινόν σ’ Ελλενικούς αιώνας
Αργοναυτών το όρωμαν και τη Ακρίτα κάστρον.
Πόντος, νύφε ακριβοθώρετος τη Πόντου τη Ευξείνου,
πυκνέσα δείσα σα ραχά μάραντα φορτωμένα.
Πόντος! Αγέρας παρχαρί, θύμπιρου μυρωδίαν
τη λύρας γλυκολάλεμαν, νερόπα πάντα κρύα.
Εκεί η πρώτεσσα χαρά μ’, το υστερνό μ’ ο πόνος.
Αροθυμώ και τραγωδώ, αροθυμώ και κλαίγω.

Κι έρθανε χρόνα δίσεκτα, καταραμένα χρόνα
ο ουρανόν ελίβωσεν, σην γην ποτάμ’ το γαίμαν.
Κι εσκώθεν θρήνος θάνατος, πέραν περού σον Πόντον

Ξαν κρούγνε οι Αγαρηνοί και καίγ’νε και ρημάζ’νε,
ο βίον χάται γενεών, ο κόσμον ξεριζούται
κι ένας λαός πορεύκεται σ’ Αδάμ την εξορίαν.
Αποτελειών’νε σον γιαλόν το έργον των Αγαρηνών
οι Φραγκολεβαντίνοι,
και ’κ’εγροικάς ο άκλερον ποίος τ’ εσόν έν’ ο εχθρός
και ποίος έν’ ο φίλος.
  
Και σην Ελλάδαν έρθαμεν – ρίζα ’μουν προαιώνιον
πατρίδα τη πατρίδας.
Και ξάν πουλί μ’ ας σην αρχήν χτίζομεν το γεφύριν.
Σα μαύρα τα χαλάσματα άθα και μανουσάκια.
Την γην κατατρυπαίνομεν μ’ αλέτριν και χορόν
Τον ήλον ξαν σα χέρα ’μουν αγαπεμέν’ κρατούμεν.
Και μ’ έναν στόμαν έναν ψην και νούν βροντολαλούμεν
Πόντος! Έν’ άστρον φωτεινόν οψέ, οσήμερον και πάντα.
Πόντος! Έν’ άστρον φωτεινόν οψέ, οσήμερον και πάντα.


Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Νίκος Γκάτσος-Ο ιππότης και ο θάνατος

(1513) Καθὼς σε βλέπω ακίνητο
Με του Ακρίτα τ'άλογο και το κοντάρι του Άη – Γιωργιού να ταξιδεύεις στα χρόνια
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Σ' αυτὲς τις σκοτεινὲς μορφὲς που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς κι εσὺ παντοτινὰ μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μιά φωτιὰ μὲς στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Μπορώ να βάλω κοντά σου
Μια νεραντζιὰ στου φεγγαριού τους χιονισμένους κάμπους
Και το μαγνάδι μιας βραδιάς να ξεδιπλώσω μπροστά σου
Με τον Αντάρη κόκκινο να τραγουδάει τα νιάτα
Με το Ποτάμι τ' Ουρανού να χύνεται στον Αύγουστο
Και μὲ τ' άστέρι του Βοριά να κλαίει και να παγώνει—
Μπορώ να βάλω λιβάδια
Νερὰ πού κάποτε πότισαν τά κρίνα της Γερμανίας
Κι αυτὰ τα σίδερα που φορείς μπορώ να σου τα στολίσω
Μ' ένα κλωνὶ βασιλικὸ κι ένα ματσάκι δυόσμο
Με του Πλαπούτα τ' άρματα και του Νικηταρά τις πάλες.
Μα εγω που είδα τους απογόνους σου σαν πουλιὰ
Να σκίζουν μιαν ανοιξιάτικη αυγὴ τον ουρανὸ της πατρίδας μου
Κι είδα τα κυπαρίσσια του Μοριά να σωπαίνουν
Εκεί στον κάμπο του Αναπλιού
Μπροστὰ στην πρόθυμη αγκαλιὰ του πληγωμένου πελάγου
Όπου οι αιώνες πάλευαν με τους σταυροὺς της παλληκαριάς
Θα βάλω τώρα κοντά σου
Τα πικραμένα μάτια ενὸς παιδιού
Και τα κλεισμένα βλέφαρα
Μέσα στη λάσπη και τὸ αίμα της Ολλανδίας.

Αυτὸς ο μαύρος τόπος
Θα πρασινίσει κάποτε.
Το σιδερένιο χέρι του Γκὲτς θ' αναποδογυρίσει τ' αμάξια
Θα τα φορτώσει θημωνιὲς απὸ κριθάρι και σίκαλη
Και μες στους σκοτεινοὺς δρυμοὺς με τις νεκρὲς αγάπες
Εκεί που πέτρωσε ο καιρὸς ένα παρθένο φύλλο
Στα στήθια που σιγότρεμε μια δακρυσμένη τριανταφυλλιὰ
Θα λάμπει ένα άστρο σιωπηλὸ σαν ανοιξιάτικη μαργαρίτα.

Μα συ θα μένεις ακίνητος
Με του Ἀκρίτα τ' άλογο και το κοντάρι τ' Άη – Γιωργιού θα ταξιδεύεις στα χρόνια
Ένας ανήσυχος κυνηγὸς απ' τη γενιὰ των ηρώων
Μ' αυτὲς τις σκοτεινὲς μορφὲς που θα σε παραστέκουν αιώνια
Ώσπου μια μέρα να σβηστείς και συ παντοτεινὰ μαζί τους
Ώσπου να γίνεις πάλι μια φωτιὰ μες στη μεγάλη Τύχη που σε γέννησε
Ώσπου και πάλι στις σπηλιὲς των ποταμιών ν' αντηχήσουν
Βαριὰ σφυριὰ της υπομονής
Όχι για δαχτυλίδια και σπαθιὰ
Αλλὰ για κλαδευτήρια κι αλέτρια.

Λουι Αραγκόν-Από τα ποιήματα του 1929

Ο πούτσος και το μουνί σ' ένα κρεβάτι
Ο πούτσος και το μουνί στον δρόμο
Ο πούτσος και το μουνί στο τραμ
Ο πούτσος και το μουνί στις Μεγάλες Λεωφόρους
Ο πούτσος και το μουνί στην εξοχή
Ο πούτσος και το μουνί στα δάση
Ο πούτσος και το μουνί σ' ένα άλλο κρεβάτι
Ο πούτσος και το μουνί χωρισμένοι απ' το πλήθος
Ο πούτσος και το μουνί ενωμένοι ξανά μέσα απ' το πλήθος
Ο πούτσος και το μουνί πολύ πλούσιοι σε ταξί
Ο πούτσος και το μουνί στο μάκρος ενός ποταμού
Ο πούτσος και το μουνί σ' ένα εξομολογητήριο της εκκλησίας του Αγίου Αυγουστίνου
Ο πούτσος και το μουνί υπό το βλέμμα ενός παρθεναγωγείου
Ο πούτσος και το μουνί στα χέρια με τους δαίμονες

 Ο πούτσος και το μουνί οπουδήποτε, αλλά μαζί

Πωλ Ελυάρ-Αθήνα

Έλληνα λαέ βασιλιά απελπισμένε
Να χάσεις άλλο πια δεν έχεις πάρεξ τη λευτεριά
Τον έρωτα σου για τη λευτεριά και για τη δικαιοσύνη
Και τον άπειρο σεβασμό του ίδιου του εαυτού σου
 

Βασιλιά λαέ δε σ' απειλεί ο θάνατος
Στον έρωτά σου είσ' όμοιος είσαι αγαθός
Και το κορμί σου κι η καρδιά πεινούν για αιωνιότητα
Βασιλιά λαέ που πίστεψες πως σου χρωστούν το ψωμί
 

Και πως σου δίναν τίμια τ' άρματα να σηκώσεις
Τίμια δικιά σου σώζοντας βάζοντας το δικό σου νόμο
Λαέ απελπισμένε στα δικά σου μόνο τ' άρματα εμπιστέψου
Ελεημοσύνη σαν τα δώσανε κάνε τα εσύ ελπίδα
 

Και τη ελπίδα τούτη όρθωσε στο μαύρο φως αντίκρυ
Στον ανελέητο Χάροντα που δίπλα σου δεν βολεύετεια
Λαέ απελπισμένε ήρωα λαέ Λαέ πεινασμένων λαίμαργων της 
                              πατρίδας 
Μικρέ και μεγάλε στα μέτρα του καιρού σου
Έλληνα λαέ αφέντη παντοτινέ των πόθων σου
Συνταιριασμένα το ιδανικό της σάρκας κι η σάρκα η ίδια
Η φυσική λαχτάρα το ψωμί κι η λευτεριά
 

Η λευτεριά όμοια με τη λιόλουστη θάλασσα
Το ψωμί όμοιο με τους θεούς το ψωμί που σμίγει τους 
                        ανθρώπους
Το αληθινό ολόφωτο αγαθό πιο δυνατό απ' όλα
Πιο δυνατό απ' τον πόνο και τους εχθρούς μας όλους
 
                
                 9 Δεκέμβρη 1944 

Aρθούρος Ρεμπώ-Φθινοπώριασε

Φθινοπώριασε…
Προς τι όμως ο πόθος για παντοτινό ήλιο;
Εμείς είμαστε στρατευμένοι στην ανακάλυψη του θείου
φωτός…
Μακριά από τους ανθρώπους που φθίνουν με τις εποχές…
Φθινόπωρο…
Η βάρκα μας μετέωρη μες στην ασάλευτη ομίχλη
Επιστρέφει στο λιμάνι της δυστυχίας…
Στην απέραντη πολιτεία με τον ουρανό λεκιασμένο
από φωτιά και λάσπη…
Κουρέλια που σαπίζουν…
Μουσκεμένο στη βροχή ψωμί…
Μέθη… Μέθη… Μέθη…
Και χιλιάδες έρωτες που με σταύρωσαν…
Δε θα σταματήσει πια αυτή η λάμια
να εξουσιάζει εκατομμύρια ψυχές και σώματα νεκρών
που θα αντιμετωπίσουνε τη θεία κρίση…
Ο εαυτός μου…
Κοιτάζω πάλι τον εαυτό μου…
Κοιτάζομαι ξανά…
Το δέρμα μου φαγωμένο από το πύο και την πανούκλα…
Στα μαλλιά μου σκουλήκια
και στην καρδιά μου παντού σκουλήκια …
Ξαπλωμένος ανάμεσα σε άγνωστους χωρίς ηλικία, χωρίς
αισθήματα…
Θα μπορούσα να πεθάνω εδώ…
Τι φριχτή ανάμνηση…
Σιχαίνομαι την κακομοιριά και ο χειμώνας με τις ανέσεις
του με φοβίζει…
Καμιά φορά βλέπω στον ουρανό απέραντες ακτές…
Πλημμυρίζουν από χαρούμενα έθνη ντυμένα στα λευκά…
Από πάνω μου ένα μεγάλο χρυσό καράβι με τις
πολύχρωμες σημαίες του
Να ανεμίζουν στην πρωινή αύρα…
Επινόησα όλες τις γιορτές…
Έζησα όλους τους θριάμβους… Όλα τα δράματα…
Προσπάθησα να δημιουργήσω καινούρια λουλούδια…
Καινούρια άστρα… Καινούρια σώματα… Καινούριες
γλώσσες…
Πίστεψα ότι απέκτησα υπερφυσικές δυνάμεις…
Και λοιπόν;
Πρέπει να θάψω μια για πάντα τη φαντασία μου και τις
αναμνήσεις μου…
Η μεγάλη δόξα του καλλιτέχνη έχει πάει περίπατο…
Θα ζητήσω συγγνώμη που έζησα μες στο ψέμα και φύγαμε…
Ούτε ένα αγαπημένο χέρι…
Ούτε ένα...;
Πουθενά βοήθεια…
Πουθενά...;